↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πληκτρολόγηση οι πληκτρολογήσεις
      γενική της πληκτρολόγησης των πληκτρολογήσεων
    αιτιατική την πληκτρολόγηση τις πληκτρολογήσεις
     κλητική πληκτρολόγηση πληκτρολογήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πληκτρολόγηση (νεολογισμός) < (πληκτρολογώ) πληκτρολογη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε πλήκτρ(ο) + -ο- + -λόγηση.

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πληκτρολόγηση θηλυκό

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη πλήκτρο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία