Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηλίκος < ἧλιξ

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

πηλίκος, -η, -ον

  1. (ερωτηματική) πόσο μεγάλος;
  2. (ερωτηματική) ποιας ηλικίας;
  3. {αόριστη) κάποιας ηλικίας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883