Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετρελαιοπαραγωγή < πετρέλαιο + παραγωγή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετρελαιοπαραγωγή θηλυκό

  1. η παραγωγή του πετρελαίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία