Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιαυτολογώ < περί + εαυτός + λόγος

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιαυτολογώ

  1. μιλώ επαινετικά για τον εαυτό μου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία