Δείτε επίσης: περιαυτολογῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιαυτολογώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιαυτολογῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pe.ɾi.a.fto.loˈɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ρι‐αυ‐το‐λο‐γώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιαυτολογώ, αόρ.: περιαυτολόγησα (χωρίς παθητική φωνή)

  • μιλώ επαινετικά για τον εαυτό μου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία