Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική περιέλευσις περιελεύσει περιελεύσεις
Γενική περιελεύσεως περιελευσέοιν περιελεύσεων
Δοτική περιελεύσει περιελευσέοιν περιελεύσεσι(ν)
Αιτιατική περιέλευσιν περιελεύσει περιελεύσεις
Κλητική περιέλευσι περιελεύσει περιελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιέλευσις < (περί) περι- + ἔλευσις < περιελεύσομαι, μέλλοντας του περιέρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: περιέλευση με διαφορετική σημασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία