Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πεζοτράγουδο τα πεζοτράγουδα
      γενική του πεζοτράγουδου των πεζοτράγουδων
    αιτιατική το πεζοτράγουδο τα πεζοτράγουδα
     κλητική πεζοτράγουδο πεζοτράγουδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζοτράγουδο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζοτράγουδο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία