Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παροπλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροπλίζω < παρά + αρχαία ελληνική ὁπλίζω < ὅπλον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾoˈpli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρο‐πλί‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παροπλίζω, αόρ.: παρόπλισα, παθ.φωνή: παροπλίζομαι, π.αόρ.: παροπλίστηκα, μτχ.π.π.: παροπλισμένος

  1. (ναυτικός όρος) αφαιρώ τον εξοπλισμό ενός πλοίου και και το αποσύρω από την ενεργό δράση
  2. (μεταφορικά, κατ’ επέκταση) αποσύρω από την ενεργό δράση ή λειτουργία κάποιο όχημα
  3. (μεταφορικά, κατ’ επέκταση) αποσύρω από την ενεργό δράση ή υπηρεσία κάποιον υπάλληλο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις παρά, οπλίζω και όπλο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία