Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παροπλίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

παροπλίζω

  1. αφοπλίζω και αποσύρω από την ενεργό δράση (λέγεται για πλοία)
  2. (μτφ., συνήθ. παθ.) για άνθρωπο που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δραστηριότητα ή για υπάλληλο που έχει τεθεί στο περιθώριο, καθώς δεν του αναθέτουν έργο ανάλογο με τη θέση ή τις ικανότητές του.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία