Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκιστήρ οἰκιστῆρε οἰκιστῆρες
Γενική οἰκιστῆρος οἰκιστήροιν οἰκιστήρων
Δοτική οἰκιστῆρι οἰκιστήροιν οἰκιστῆρσι(ν)
Αιτιατική οἰκιστῆρα οἰκιστῆρε οἰκιστῆρας
Κλητική οἰκιστήρ οἰκιστῆρε οἰκιστῆρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκιστήρ < οἰκίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἰκιστήρ αρσενικό

  1. ο αρχηγός των εποίκων, ο επικεφαλής της νέας αποικίας
  2. ο ιδρυτής πόλεως

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία