Ετυμολογία

επεξεργασία
οἰκίζω < οἶκος + -ίζω

οἰκίζω

  1. αποικίζω
  2. εποικίζω
  3. (μεταφορικά) μεταβάλλω την κατάσταση κάποιου

Συνώνυμα

επεξεργασία
  • οἰκέω (κατοικώ, διοικώ, φέρνω βόλτα νοικοκυριό, αλλά και αποικώ, εποικίζω)


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας οἰκίζω οἰκίζομαι
Παρατατικός ᾤκιζον ᾠκιζόμην
Μέλλοντας οἰκιῶ οἰκιοῦμαι και παθητ. οἰκισθήσομαι
Αόριστος ᾤκισα (ιωνικός τύπος  οἴκισα & επικός τύπος  ᾤκισσα ) ᾠκισάμην και παθητ. ᾠκίσθην
Παρακείμενος ᾤκικα ᾤκισμαι ( ιωνικός τύπος  οἴκισμαι)
Υπερσυντέλικος ᾠκίκειν ᾠκίσμην