Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκέω < οἶκος

  ΡήμαΕπεξεργασία

οἰκέω - οἰκῶ και επικό οἰκείω

  1. κατοικώ
  2. αποικίζω
  3. διευθύνω τα του οίκου


Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία