Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οφιολατρία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οφιολατρία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία