Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ολιγόστιχος η ολιγόστιχη το ολιγόστιχο
      γενική του ολιγόστιχου της ολιγόστιχης του ολιγόστιχου
    αιτιατική τον ολιγόστιχο την ολιγόστιχη το ολιγόστιχο
     κλητική ολιγόστιχε ολιγόστιχη ολιγόστιχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ολιγόστιχοι οι ολιγόστιχες τα ολιγόστιχα
      γενική των ολιγόστιχων των ολιγόστιχων των ολιγόστιχων
    αιτιατική τους ολιγόστιχους τις ολιγόστιχες τα ολιγόστιχα
     κλητική ολιγόστιχοι ολιγόστιχες ολιγόστιχα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολιγόστιχος < ολίγος στίχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολιγόστιχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία