Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οινόφλυξ < αρχαία ελληνική οἰνόφλυξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οινόφλυξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο μεθυσμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία