Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογκόλιθος < όγκος + λίθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ογκόλιθος αρσενικό

  1. πέτρα με τεράστιο όγκο
  2. (μεταφορικά) για κάτι/κάποιον που επιβάλλεται με την παρουσία του σε έναν πνευματικό χώρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία