Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεφωνημένος η ξεφωνημένη το ξεφωνημένο
      γενική του ξεφωνημένου της ξεφωνημένης του ξεφωνημένου
    αιτιατική τον ξεφωνημένο την ξεφωνημένη το ξεφωνημένο
     κλητική ξεφωνημένε ξεφωνημένη ξεφωνημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεφωνημένοι οι ξεφωνημένες τα ξεφωνημένα
      γενική των ξεφωνημένων των ξεφωνημένων των ξεφωνημένων
    αιτιατική τους ξεφωνημένους τις ξεφωνημένες τα ξεφωνημένα
     κλητική ξεφωνημένοι ξεφωνημένες ξεφωνημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ξεφωνημένος < ξεφωνώ

  Μετοχή επεξεργασία

ξεφωνημένος

  • που τον έχουν ξεφωνήσει

  Μεταφράσεις επεξεργασία