Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νωχελικότητα οι νωχελικότητες
      γενική της νωχελικότητας των νωχελικοτήτων
    αιτιατική τη νωχελικότητα τις νωχελικότητες
     κλητική νωχελικότητα νωχελικότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νωχελικότητα Η έλλειψη ζωντάνιας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νωχελικότητα θηλυκό

π.χ.Ερχόταν προς το μέρος μας με αργές και νωχελικές κινήσεις

Συνώνυμα μουντά , βαριεστημένα

Αντώνυμα ενεργητικότητα , ζωντάνια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία