Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νυχτοπούλι τα νυχτοπούλια
      γενική του νυχτοπουλιού των νυχτοπουλιών
    αιτιατική το νυχτοπούλι τα νυχτοπούλια
     κλητική νυχτοπούλι νυχτοπούλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νυχτοπούλι < νύχτα + -ο- + πουλί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ni.xtoˈpu.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νυχτοπούλι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) νυκτόβιο πουλί
  2. (μεταφορικά) όποιος συχνά δεν κοιμάται η νύχτα ή κυκλοφορεί κατά τη διάρκειά της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία