Δείτε επίσης: μονογραφία

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νομογραφία οι νομογραφίες
      γενική της νομογραφίας των νομογραφιών
    αιτιατική τη νομογραφία τις νομογραφίες
     κλητική νομογραφία νομογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

νομογραφία < ελληνιστική κοινή νομογραφία < αρχαία ελληνική νόμος + γράφω ((νομικός όρος): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική nomography· (μαθηματικά): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική nomograph / nomogram)

  Ουσιαστικό επεξεργασία

νομογραφία θηλυκό

  1. (σπάνιο, νομικός όρος) πραγματεία περί νόμων
  2. (σπάνιο, μαθηματικά) άλλη μορφή του νομογράφημα

Δείτε επίσης επεξεργασία

  • Nomogram στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  Μεταφράσεις επεξεργασία