Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεφρίτης < αρχαία ελληνική νεφρῖτις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /neˈfɾi.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νεφρίτης αρσενικό

  • ορυκτό του ασβεστίου του μαγνησίου και του πυριτίου, με χημικό τύπο Ca2(Mg, Fe)5Si8O22(OH)2, γνωστό για τη χρήση του στην αρχαιότητα ως ημιπολύτιμος λίθος. Μαζί με τον ιαδεΐτη, αποκαλούνται «ίασπις»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία