Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μυλοκόπι τα μυλοκόπια
      γενική του μυλοκοπιού των μυλοκοπιών
    αιτιατική το μυλοκόπι τα μυλοκόπια
     κλητική μυλοκόπι μυλοκόπια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυλοκόπι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυλοκόπι ουδέτερο

  • (ιχθυολογία) επίμηκες ψάρι των ελληνικών θαλασσών και ευρύτερα της Μεσογείου που φθάνει τα 50 εκατοστά, ιδιαίτερα εύγευστο

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η διεθνής ονομασία του είναι "umbrina cirrosa", στην Ελλάδα απαντάται και με το όνομα "Κρανιός"

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία