Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπεμόλι τα μπεμόλια
      γενική
    αιτιατική το μπεμόλι τα μπεμόλια
     κλητική μπεμόλι μπεμόλια
όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπεμόλι < μπεμόλ + < (άμεσο δάνειο) γαλλική bémol

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπεμόλι ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό: τα μπεμόλια)

  • (μουσική, λαϊκότροπο) μπεμόλ, η ύφεση
    ※  Οπως αναφέρει ο Β. Τσιτσάνης: «ο Ψαρούδας, λοιπόν, μας απαγόρευε τα μπεμόλια, κι’ εγώ βοηθούσα τους συναδέφους μου να διορθώνουν τα τραγούδια τους για να περνάνε τη λογοκρισία, σε μουσική και στίχους και τίτλους. Όταν του Μάρκου (Βαμβακάρη) του κόψαν τον τίτλο Αλανιάρα, δεν είχε πρόβλημα, γιατί την έκανε Παιχνιδιάρα. Όμως του Μάρκου τούρχονταν κάθε βράδυ “θα ΣΕΕΕΕ …, θα ΣΕΕΕΕΕ … περιμένω” και τσίριζε αυτό το “ΣΕΕΕΕ …”, ήτανε μισό τόνο πάνω. Ε, αυτό το “ΣΕΕΕΕ …”, είναι μπεμόλι»
    διάλεξη του Δημήτρη Σταθακόπουλου στο ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας (Άμφισσα, 10 Μαΐου 2016) «Η λογοκρισία. Μια νομική, κοινωνική, ιστορική, καλλιτεχνική, πολιτιστική, μουσικολογική προσέγγιση (ενδεικτική και όχι εξαντλητική), με αναφορές στο ρεμπέτικο τραγούδι»] pdf 24grammata.com σ. 7· πρόσβαση: 2020-05-31.</σμαλλ>