Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μετοχέτευσις μετοχετεύσει μετοχετεύσεις
Γενική μετοχετεύσεως μετοχετευσέοιν μετοχετεύσεων
Δοτική μετοχετεύσει μετοχετευσέοιν μετοχετεύσεσι(ν)
Αιτιατική μετοχέτευσιν μετοχετεύσει μετοχετεύσεις
Κλητική μετοχέτευσι μετοχετεύσει μετοχετεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετοχέτευσις < μετοχετεύ(ω) + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετοχέτευσις θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία