Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μεταστατικός μεταστατική μεταστατικό
γενική μεταστατικού μεταστατικής μεταστατικού
αιτιατική μεταστατικό μεταστατική μεταστατικό
κλητική μεταστατικέ μεταστατική μεταστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταστατικοί μεταστατικές μεταστατικά
γενική μεταστατικών μεταστατικών μεταστατικών
αιτιατική μεταστατικούς μεταστατικές μεταστατικά
κλητική μεταστατικοί μεταστατικές μεταστατικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταστατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταστατικός

  1. (ογκολογία), (ιατρική) που σχετίζεται με καρκινική μετάσταση
  2. (δυναμική) προτιμάται το μετασταθής· που σχετίζεται με μεταστατική/μετασταθή κοιλάδα σταθερής κατάστασης η οποία δεν αποτελεί την κατάσταση χαμηλότερου δυναμικού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία