Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεσουράνημα τα μεσουρανήματα
      γενική του μεσουρανήματος των μεσουρανημάτων
    αιτιατική το μεσουράνημα τα μεσουρανήματα
     κλητική μεσουράνημα μεσουρανήματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσουράνημα < αρχαία ελληνική μεσουρανῶ < μεσ- + ουρανός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.suˈɾa.ni.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσουράνημα ουδέτερο

  1. η στιγμή που ένα ουράνιο σώμα περνάει από το μεσημβρινό ενός τόπου
    να κοίτα το μεσουράνημα του ήλιου!
  2. το αποκορύφωμα, το ζενίθ της ζωής, της καριέρας κ.λπ. κάποιου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία