Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρμότα οι μαρμότες
      γενική της μαρμότας των μαρμοτών
    αιτιατική τη μαρμότα τις μαρμότες
     κλητική μαρμότα μαρμότες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
μαρμότα που περιεργάζεται τον περίγυρο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμότα < απόδοση από τη γαλλική marmotte, αγνώστου ετυμολογίας, πιθανόν από τη ριζα mar (ηχοποιητική λέξη, από τον ήχο του μουρμουρητού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρμότα θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία