Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροημέρευση < ελληνιστική κοινή μακροημέρευσις < μακρός + ημέρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μακροημέρευση θηλυκό

  • το να ζει κανείς για πολλά χρόνια

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία