Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγαρισιά οι μαγαρισιές
      γενική της μαγαρισιάς των μαγαρισιών
    αιτιατική τη μαγαρισιά τις μαγαρισιές
     κλητική μαγαρισιά μαγαρισιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγαρισιά < μεσαιωνική ελληνική μαγαρισία < μαγαρίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγαρισιά θηλυκό

  1. κενώσεις ζώου στο δρόμο και γενικότερα βρωμιά, ακαθαρσία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία