Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάρσιππος < αρχαία ελληνική μάρσιππος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάρσιππος αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) μάρσιπος

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • αν στα αρχαία ελληνικά η λέξη γραφόταν με δύο πι έχει καθιερωθεί πλέον η γραφή με ένα πι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάρσιππος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάρσιππος αρσενικό

  1. θύλακας, μικρός σάκος