Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λοιπός < από το ασθενές θέμα παρακειμένου (λέλοιπα) του ρ. λείπω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λοιπός-η, -ον

ο υπολοιπόμενος μετά από αφαίρεση ή χωρισμό

«χίλιοι εφονεύθησαν και οι λοιποί αιχμαλωτίσθηκαν»

εκφράσειςΕπεξεργασία

«και τα λοιπά»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία