Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κόκκων αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόκκων κόκκωνε κόκκωνες
Γενική κόκκωνος κοκκώνοιν κοκκώνων
Δοτική κόκκωνι κοκκώνοιν κόκκωσι(ν)
Αιτιατική κόκκωνα κόκκωνε κόκκωνας
Κλητική κόκκων κόκκωνε κόκκωνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόκκων < κόκκος + -ων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόκκων αρσενικό

  1. σπόρος ή κόκκος ροδιού
  2. καρπός / σπόρος του ιξού (του γκι)

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

κόκκων (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: κουκουνάρι

  ΠηγέςΕπεξεργασία