Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοψοχέρης οι κοψοχέρηδες
      γενική του κοψοχέρη των κοψοχέρηδων
    αιτιατική τον κοψοχέρη τους κοψοχέρηδες
     κλητική κοψοχέρη κοψοχέρηδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοψοχέρης < μεσαιωνική ελληνική κοψοχέρης < κόβω + χέρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοψοχέρης αρσενικό (θηλυκό: κοψοχέρα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία