Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουκουλώνω < κουκούλα + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κουκουλώνω, μέση-παθητική φωνή: κουκουλώνομαι

  1. καλύπτω κάτι με κουκούλα
  2. σκεπάζω ολοκληρωτικά κάποιον ή κάτι
     συνώνυμα: μπαμπουλώνω
  3. (μεταφορικά) συγκαλύπτω μια υπόθεση, ενεργώ ώστε να μην έρθουν στη δημοσιότητα στοιχεία επιβαρυντικά για τους υπεύθυνους
  4. καταφέρνω με επιτήδειο τρόπο και παντρεύω κάποιον ή (αν πρόκειται για γυναίκα) παντρεύομαι με κάποιον
    τα κατάφερε αυτή και τον κουκούλωσε
     συνώνυμα: τυλίγω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία