Δείτε επίσης: κ.ο.κ., ΚΟΚ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοκ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοκ ουδέτερο

  1. είδος γλυκίσματος
  2. στερεό καύσιμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία