Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κατηγορία: Κινεζική γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινέζικα < κινέζικος, στον πληθυντικό του ουδέτερου

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κινέζικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό και κινεζικά

  1. η κινεζική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα
  2. (μεταφορικά) τα ακαταλαβίστικα, τα αλαμπουρνέζικα
    εμένα αυτά μου φαίνονται κινέζικα
  3. προϊόντα μαϊμού, φτηνά προϊόντα, προϊόντα που δεν πληρούν τους ευρωπαϊκούς νόμους (νομοθετημένους κανόνες) περί ασφάλειας


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία