Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταθλίβω < ελληνιστική κοινή καταθλίβω < αρχαία ελληνική κατά + θλῑ́βω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kataˈθlivɔ/
συλλαβισμός: κα‐τα‐θλί‐βω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταθλίβω (παθητική φωνή: καταθλίβομαι)

  1. (ψυχολογία) προκαλώ κατάθλιψη
  2. (σπάνιο) συμπιέζω, πιέζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία