Δείτε επίσης: θῖνα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θίνα οι θίνες
      γενική της θίνας των θινών
    αιτιατική τη θίνα τις θίνες
     κλητική θίνα θίνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θίνα < αρχαία ελληνική θίς, αιτιατική θῖνα (αρχικά αρσενικού γένους)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θίνα θηλυκό

  1. αμμόλοφος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία