Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηπατεκτομή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηπατεκτομή θηλυκό

  1. (ιατρική) χειρουργική επέμβαση με την οποία αφαιρείται μέρος του συκωτιού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία