Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαχαρο- < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαχαρο-. Για ιατρικούς ή λόγιους όρους που προσαρμόστηκαν στη δημοτική < σάκχαρο με την επίδραση του ζάχαρη[1]

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

ζαχαρο-, ζαχαρό- (ή ζαχαρ- πριν από φωνήεντα)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

ΣύνθεταΕπεξεργασία