Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζαβάδα οι ζαβάδες
      γενική της ζαβάδας των ζαβάδων
    αιτιατική τη ζαβάδα τις ζαβάδες
     κλητική ζαβάδα ζαβάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαβάδα < ζαβός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζαβάδα θηλυκό

  1. η ανοησία, η βλακεία, η ζαβομάρα, η χαζομάρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία