Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκκενωτικός η εκκενωτική το εκκενωτικό
      γενική του εκκενωτικού της εκκενωτικής του εκκενωτικού
    αιτιατική τον εκκενωτικό την εκκενωτική το εκκενωτικό
     κλητική εκκενωτικέ εκκενωτική εκκενωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκκενωτικοί οι εκκενωτικές τα εκκενωτικά
      γενική των εκκενωτικών των εκκενωτικών των εκκενωτικών
    αιτιατική τους εκκενωτικούς τις εκκενωτικές τα εκκενωτικά
     κλητική εκκενωτικοί εκκενωτικές εκκενωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκκενωτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εκκενωτικός

  1. που αφορά εκκένωση
    • που αφορά άδειασμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία