Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγγυοδοσία οι εγγυοδοσίες
      γενική της εγγυοδοσίας
    αιτιατική την εγγυοδοσία τις εγγυοδοσίες
     κλητική εγγυοδοσία εγγυοδοσίες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγυοδοσία < εγγύηση + -ο- + -δοσία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγγυοδοσία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία