Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εβονίτης < γαλλική ébonite

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εβονίτης αρσενικό

  1. μονωτικό υλικό μαύρου χρώματος και μεγάλης σκληρότητας που παράγεται από κατεργασία του καουτσούκ με θείο (βουλκανισμό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία