Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ébonite < αγγλική ebony ("έβενος"), λόγω του μαύρου χρώματος του υλικού

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.bɔ.nit/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ébonite ébonites

ébonite (fr) θηλυκό

  1. ο εβονίτης