Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ebony < μέση αγγλική ebenif < με απώτερη αρχή τη λατινική hebenus < αρχαία ελληνική ἔβενος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ebony (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ebony (en)