Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διφωσφορυλικός η διφωσφορυλική το διφωσφορυλικό
      γενική του διφωσφορυλικού της διφωσφορυλικής του διφωσφορυλικού
    αιτιατική τον διφωσφορυλικό τη διφωσφορυλική το διφωσφορυλικό
     κλητική διφωσφορυλικέ διφωσφορυλική διφωσφορυλικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διφωσφορυλικοί οι διφωσφορυλικές τα διφωσφορυλικά
      γενική των διφωσφορυλικών των διφωσφορυλικών των διφωσφορυλικών
    αιτιατική τους διφωσφορυλικούς τις διφωσφορυλικές τα διφωσφορυλικά
     κλητική διφωσφορυλικοί διφωσφορυλικές διφωσφορυλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διφωσφορυλικός < (δις) δι- + φωσφορυλικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διφωσφορυλικός, -η, -ο (χημεία)

  1. ο σχετικός με διφωσφορύλιο ή διφωσφορυλίωση
  2. αυτός που φέρει στο μόριό του δύο φωσφορυλομάδες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία