Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διασπείρω < αρχαία ελληνική διασπείρω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική disseminate)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðia.ˈspi.ɾɔ/ και /ðʝa.ˈspi.ɾɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐α‐σπεί‐ρω
τυπογραφικός συλλαβισμός: δια‐σπεί‐ρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διασπείρω

  1. σκορπίζω σε διάφορα σημεία
    φορείς της ασθένειας μπορεί να διασπείρουν τον ιό σε άλλες περιοχές
  2. (μεταφορικά) διαδίδω κάτι μη αληθές
    φήμες προσπαθούν να διασπείρουν οι αντίπαλοι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διασπείρω διέσπειρα θα διασπείρω να διασπείρω διασπείροντας
β' ενικ. διασπείρεις διέσπειρες θα διασπείρεις να διασπείρεις διασπείρε
γ' ενικ. διασπείρει διέσπειρε θα διασπείρει να διασπείρει
α' πληθ. διασπείρουμε διασπείραμε θα διασπείρουμε να διασπείρουμε
β' πληθ. διασπείρετε διασπείρατε θα διασπείρετε να διασπείρετε διασπείρετε
γ' πληθ. διασπείρουν(ε) διέσπειραν
διασπείραν(ε)
θα διασπείρουν(ε) να διασπείρουν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία