Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαμένω < αρχαία ελληνική διαμένω < διά + μένω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική résider)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.ˈmε.nɔ/ και /ðʝa.ˈmε.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαμένω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία