Δείτε επίσης: Κατηγορία:Γροιλανδική γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γροιλανδικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γροιλανδικός στον πληθυντικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γροιλανδικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία