Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική γραφειοκρατικός γραφειοκρατική γραφειοκρατικό
γενική γραφειοκρατικού γραφειοκρατικής γραφειοκρατικού
αιτιατική γραφειοκρατικό γραφειοκρατική γραφειοκρατικό
κλητική γραφειοκρατικέ γραφειοκρατική γραφειοκρατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γραφειοκρατικοί γραφειοκρατικές γραφειοκρατικά
γενική γραφειοκρατικών γραφειοκρατικών γραφειοκρατικών
αιτιατική γραφειοκρατικούς γραφειοκρατικές γραφειοκρατικά
κλητική γραφειοκρατικοί γραφειοκρατικές γραφειοκρατικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραφειοκρατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραφειοκρατικός

  1. που χαρακτηρίζει ή αναφέρεται στη γραφειοκρατία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία