Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γιατρέσα οι γιατρέσες
      γενική της γιατρέσας
    αιτιατική τη γιατρέσα τις γιατρέσες
     κλητική γιατρέσα γιατρέσες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιατρέσα < γιατρός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιατρέσα θηλυκό

  1. (παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) για τη γυναίκα ιατρό, η γιατρός


  Δείτε το λήμμα: γιατρός, ιατρός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία